Οι καλές συνεντεύξεις είναι σπάνιο πράγμα τη σήμερον ημέρα. Κυρίως διότι οι πλείστες δίνονται από άτομα που δεν έχουν να πουν τίποτα, αλλά μιλούν πολύ. Ακολουθεί η εξαιρετική συνέντευξη του Ευγένιου Τριβιζά στην Ελένη Ξενάκη, η οποία δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑGAZINO, την Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2006.
Ένας εγκληματολόγος, που υπογράφει best seller παραμύθια, είναι πάντα επίκαιρος και άρα ευπρόσδεκτος στα σαλόνια των περιοδικών. Όταν μάλιστα τα επερχόμενα Χριστούγεννα σκιάζονται από ιστορίες αίματος και βίας…
Ο άνθρωπος με τον οποίον τις τελευταίες εβδομάδες ανταλλάσσω μεταμεσονύχτια e-mails είναι καθηγητής Εγκληματολογίας στο Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ στην Αγγλία και, κατά τον “Independent” , «ένας παραμυθάς όπως ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν». Η κολακευτική παρομοίωση ανήκει στον Μπόιντ Τόνκιν, διακεκριμένο βιβλιοκριτικό της βρετανικής εφημερίδας, και συνόδευσε πέρυσι τη διάκριση του έλληνα συγγραφέα ο οποίος βρέθηκε ανάμεσα στους φιναλίστ του διαγωνισμού «Hans Christian Andersen 2006». Όχι άδικα, αν σκεφτεί κανείς ότι ο πολυγραφότατος Ευγένιος Τριβιζάς – έχει γράψει περισσότερα από 150 βιβλία για παιδιά, ένα βιβλίο για ενήλικες και πάνω από 20 θεατρικά έργα και λιμπρέτα για όπερες – μιλάει στις καρδιές των παιδιών όλου του κόσμου χρησιμοποιώντας μαγικές εικόνες που θυμίζουν Λούις Κάρολ και δίνουν φτερά στις παιδικές ψυχές.
Αρκούν μερικές κουβέντες με τον Ευγένιο Τριβιζά για να αντιληφθεί κανείς ότι ο πολυβραβευμένος συγγραφέας στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής του ακροβατεί μεταξύ των φανταστικών ηρώων των παραμυθιών του – πρόσωπα σαν τα επαναστατημένα φρούτα της Φρουτοπίας – και του ειδεχθούς κόσμου του εγκλήματος. Είναι εξίσου ικανός να χρησιμοποιήσει δεκάδες νεολογισμούς για να σκιαγραφήσει εύστοχα το προφίλ της Φρικαντέλα, της μάγισσας που μισούσε τα κάλαντα, όσο και να εκπονήσει με περίσσια επιστημοσύνη μια μελέτη για τα συστήματα παρακολούθησης εγκληματιών. Σε μια συζήτηση που ταξίδεψε στο Διαδίκτυο αρκετές φορές με την μορφή ερωταπαντήσεων και με μια διά ζώσης κουβέντα προ ημερών στην Αθήνα, γράψαμε μαζί μια ιστορία που δεν αρχίζει με το κλασικό «μια φορά κι ένα καιρό», αλλά τελειώνει με την αίσθηση «και ζήσαμε εμείς καλά κι εκείνος ακόμη καλύτερα», στο «Νησί των Πυροτεχνημάτων», όπου – όπως λέει ο ίδιος – βρίσκεται. «Για να με συναντήσετε πρέπει να ναυαγήσετε στον Ωκεανό του Χαρτοπόλεμου και να πιαστείτε από μια σανίδα με ρόζους σε σχήμα καρδιάς»…
Κύριε Τριβιζά, ποιος είναι ο λόγος ύπαρξης των παραμυθιών στη ζωή μας;
Να μας θυμίζουν ότι όλα είναι δυνατά, ότι πάντα υπάρχει ελπίδα.
Τελικά όλα είναι δυνατά αν σκεφτεί κανείς ότι «στο όνομα της Φρουτοπίας» κερδίσατε δικαστικά ολόκληρη Coca Cola…
Ναι, ήταν το 1994 όταν η συγκεκριμένη πολυεθνική εταιρεία επιχείρησε να καταχωρήσει και να χρησιμοποιήσει ως εμπορικό σήμα στα νέα της αναψυκτικά τη λέξη «Fruitopia». Έπειτα από δύο συνεχόμενες ήττες της – από τη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων του Υπουργείου Εμπορίου και το Πολυμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών – η Coca Cola άσκησε έφεση ισχυριζόμενη μεταξύ άλλων ότι τα κόμικς της Φρουτοπίας είναι επιζήμια για την ελληνική εθνική οικονομία, προφανώς επειδή στη φανταστική αυτή χώρα τα φρούτα μάχονται για την ανεξαρτησία τους και αρνούνται να δεχτούν τη βιομηχανική τους εκμετάλλευση από πολυεθνικές εταιρείες. Η υπόθεση έκλεισε με την τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου, που έκρινε ότι η λέξη «Φρουτοπία» δεν θα γινόταν εμπορικό σήμα της Coca Cola.
Πώς καταπιαστήκατε με τα παιδικά παραμύθια;
Όταν ήμουν μικρός δεν μπορούσα να παραδεχθώ ότι κάποιο παραμύθι που μου άρεσε τελείωνε και προσπαθούσα να το συνεχίσω με το μυαλό μου. Έδινα τις πρώτες βοήθειες στον νικημένο δράκο, προσπαθούσα να δω που κρύβεται ο όγδοος παραμελημένος νάνος στο παιχνίδι της Χιονάτης ή να φανταστώ ποιο ήταν το τελευταίο όνειρο που έβλεπε η Ωραία Κοιμωμένη προτού την ξυπνήσει με το φιλί του ο πρίγκηπας. Αυτές οι φανταστικές περιπλανήσεις αποτέλεσαν την αφετηρία των δικών μου παραμυθιών.
Παίζετε πολύ με το Καλό και το Κακό, αν και με διαφορετικό τρόπο από ό,τι οι έννοιες αυτές περνούν στα κλασικά παραμύθια. Υπάρχει μια σκοπιμότητα σε αυτό το παιγνίδι;
Θέλω να το ξεκαθαρίσω: αντιτίθεμαι στις στερεότυπες κατηγοριοποιήσεις του Καλού και του Κακού. Αυτό που προσπαθώ να δείξω σε παραμύθια μου, όπως «Τα τρία μικρά λυκάκια», είναι ότι δεν υπάρχουν καλοί ή κακοί άνθρωποι, ομάδες ή έθνη, αλλά καλές και κακές προθέσεις, αποφάσεις ή ενέργειες. Τα στερεότυπα του καλού και του κακού είναι ιδιαίτερα επικίνδυνα στα βιβλία για παιδιά επειδή μεταδίδουν λανθασμένα μηνύματα: η οικογένειά μας είναι καλή, η ασφάλεια είναι «εντός», ο κίνδυνος ελλοχεύει «εκτός». Άρα οι ξένοι είναι «επικίνδυνοι». Κι όμως – και σας μιλώ ως εγκληματολόγος – τα παιδιά πέφτουν περισσότερες φορές θύματα κακοποίησης από μέλη της οικογένειάς τους, παρά από ξένους στο δρόμο.
Τον τελευταίο καιρό όλοι κάνουν λόγο για αύξηση περιστατικών βίας στα σχολεία από τους δυνατούς μαθητές προς τους πιο αδύναμους, το λεγόμενο bulling. Μήπως είμαστε πολύ καχύποπτοι σε οποιαδήποτε, ενδεχομένως και φυσιολογική, βίαιη αντίδραση των παιδιών;
Το bulling δεν είναι μια στιγμιαία βίαιη αντίδραση. Είναι ένας διαρκής, συστηματικός και ψυχοφθόρος κατατρεγμός που κάνει τη ζωή ανομολόγητη κόλαση για τα θύματά του και καμιά φορά τα οδηγεί ακόμα και στην αυτοκτονία. Καλύτερα να είμαστε καχύποπτοι παρά αδιάφοροι.
Έχετε σκεφτεί ποτέ να γράψετε έναν οδηγό αυτοπροστασίας για τα παιδιά;
Η αποστολή ενός συγγραφέα δεν είναι να γράφει οδηγούς, αλλά να οδηγεί γράφοντας. Έχω όμως γράψει έναν οδηγό για το πώς να προστατεύονται οι πριγκήπισσες από δράκους και οι δράκοι από πρίγκηπες που απειλούν να τους σκοτώσουν.
«Παιδικότητα», «ενηλικίωση». Τι σημαίνουν αυτές οι έννοιες στη ζωή σας;
Όταν η παιδικότητα πεθαίνει, το πτώμα της το αποκαλούμε ενηλικίωση, είχε πει ο συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας Μπράιαν Άλντις. Είναι εσφαλμένη όμως η εντύπωση ότι η ενηλικίωση προϋποθέτει απαραίτητα και τον εξοστρακισμό της παιδικότητας. Μπορούμε κάλλιστα να ενηλικιωνόμαστε χωρίς να χάνουμε ούτε τη φρεσκάδα της ματιάς ούτε την ικανότητα για παιχνίδι, που είναι η ουσία της παιδικότητας. Η παιδικότητα μπορεί να μασκαρευτεί σε σοβαροφάνεια ή να παριστάνει την πολυπειρία, αλλά δεν χάνεται. Ποτέ δεν είναι αργά να ξαναγίνουμε παιδιά.
Μια εικόνα από την παιδική σας ηλικία;
Ένας χαρταετός που παλεύει να ξεφύγει από το πεντάγραμμο των συρμάτων στα οποία έχει παγιδευτεί.
Κάτω από ποιες συνθήκες «ξαναγίνεστε» λοιπόν παιδί;
Κάθε φορά που πίνω βυσσινάδα με παγάκια από δροσοσταλίδες, ανακαλύπτω πειρατικούς θησαυρούς κρυμμένους κάτω από το κρεβάτι μου ή χαζεύω συννεφένια δελφίνια να ταξιδεύουνε στον ουρανό.
Ποιο είναι το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της παιδικότητας;
Ο στραγγαλισμός της φαντασίας από το εκπαιδευτικό σύστημα.
Και οι γονείς; Είναι άραγε ηθικοί αυτουργοί στο εγκληματικό «πρόωρο» μεγάλωμα των παιδιών;
Οι γονείς είναι μάλλον θύματα ενός ανελέητου μηχανισμού μεταλλαγής των παιδιών. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι τα παιδιά μεγαλώνουν όσο το ότι μεγαλώνοντας μεταμορφώνονται σε ρομπότ ή πιόνια.
Πόσο αθώα βλέπετε τα σημερινά παιδιά σε σχέση με τα παιδιά της δικής σας γενιάς;
Αν αυτό που ονομάζουμε ωριμότητα είναι η χαμένη μας αθωότητα, το γεγονός ότι τα παιδιά ωριμάζουν σήμερα συντομότερα συνεπάγεται και ταχύτερη απώλεια της αθωότητας.
Ποιο είναι το θέμα της πιο πρόσφατης εργασίας σας στον τομέα της εγκληματολογίας;
Η ηλεκτρονική επιτήρηση των εγκληματιών.
Παρακολουθώντας με την ιδιότητα του εγκληματολόγου την ελληνική κοινωνία, ποιο σύμπτωμά της σας ανησυχεί περισσότερο;
Η έλλειψη θετικών προτύπων.
Ασχολούμενος με το έγκλημα σας περνάει συχνά από το μυαλό η σκέψη ότι οι εγκληματίες ήταν κάποτε παιδιά;
Αυτή ακριβώς η σκέψη ήταν ένας από τους λόγους που με οδήγησαν να ασχοληθώ με την εγκληματολογία.
Ένας συγγραφέας παιδικών βιβλίων ασχολείται με το έγκλημα και τον νόμο. Μας εξηγείται αυτή την αντίφαση της ζωής σας;
Δεν το βιώνω ως αντίφαση. Τα θέματα της αθωότητας, της ενοχής και της τιμωρίας, τα οποία πραγματεύεται η εγκληματολογία, βρίσκουν συχνά έκφραση στα λογοτεχνικά μου κείμενα, όπως, για παράδειγμα, η δίκη του σκιάχτρου που ονειρεύεται να πετάξει στο «Όνειρο του σκιάχτρου», το άσυλο όπου τα ρομπότ απομονώνουν τους απροσάρμοστους μάγειρες στους «Ιππότες της τηγανιτής πατάτας», οι τύψεις της μικρής Άννας στη «Νύχτα της μπανανόφλουδας» ή οι διάφοροι εξωφρενικοί τρόποι εκτέλεσης κατάδικων στο «Τηγάνι του δήμιου».
Πώς μοιράζετε τον χρόνο σας μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας;
Όχι πολύ δίκαια, είναι αλήθεια. Κι αυτό, γιατί το δημιουργικό γράψιμο είναι μια μοναχική δουλειά. Στην Αγγλία, βοηθούντος του βροχερού κλίματος και της τυπικότητας των διαπροσωπικών σχέσεων, είναι πιο εύκολο να απομονώνομαι και να αφοσιώνομαι στο γράψιμο.
Οι φοιτητές σας στο Reading γνωρίζουν ότι διδάσκονται Εγκληματολογία από έναν παραμυθά;
Άλλοι το γνωρίζουν και άλλοι το υποπτεύονται.
Πώς είναι η καθημερινότητά σας;
Κινείται μεταξύ ζοφερών φυλακών και πολύχρωμων νηπιαγωγείων, μεταξύ εμβριθών διατριβών και ανάλαφρων παραμυθιών, μεταξύ στυγερών καταδίκων και κακών λύκων.
Ποιοι ήταν οι πρώτοι ήρωες που δημιουργήσατε;
Ένας ποντικός που αποφασίζει να φάει μια γάτα, στο «Ο Ιγνάτιος και η γάτα», και δύο πειρατές που παίρνουν ένα πρωτοχρονιάτικο βράδυ τη θέση του Αϊ Βασίλη και αντί να αφήνουν δώρα κλέβουν τα κορδόνια από τα παπούτσια των παιδιών, στους «Πειρατές της Καμινάδας».
Και ποιους ήρωες έχετε αυτήν την εποχή στο μυαλό σας;
Ένα αγόρι που μπορεί να μιλάει μόνο με σύμφωνα και ένα κορίτσι που εκφράζεται μόνο με φωνήεντα. Προσπαθώ να επινοήσω έναν συναρπαστικό διάλογο μεταξύ τους.
Τι γράφετε τώρα;
Τέσσετα καινούρια βιβλία: την ιστορία ενός κυνηγού που κυνηγάει κροταλίες για να κάνει τις ουρές τους κουδουνίστρες, ένα παραμύθι με χονδρέμπορους που εμπορεύονται στρουμπουλά παιδιά, μια ιστορία με ήρωα ένα μπισκοτοτέρας που κλέβει την γέμιση από τα μπισκότα και ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται στον πλανήτη των κουρδιστών ανθρώπων.
Πολλά βιβλία…τι σας εμπνέει;
Οι νορβηγικοί τηλεφωνικοί κατάλογοι, το μενού των κινέζικων εστιατορίων και οι αγγλικοί κατάλογοι εταιρειών παραγωγής ελαιοχρωμάτων με τα εκατοντάδες φανταστικά ονόματα των διαφημιζόμενων αποχρώσεων, όπως ένα γαλαζοπράσινο χρώμα που ονομάζεται «καθρέφτισμα ιτιάς σε ανοιξιάτικο ρυάκι» και ένα γκρι που ονομάζεται «αντανάκλαση συννεφιασμένου ουρανού σε μαργαριτάρι».
Έχετε αυτοσχεδιάσει ποτέ λέγοντας ένα παραμύθι «της ώρας» σε κάποιον ενήλικο τη στιγμή που το είχε ανάγκη;
Συμβαίνει κι αυτό καμιά φορά. Πρόσφατα, ενώ ταξίδευα με το αεροπλάνο έλεγα μια ιστορία για ένα μαγικό χαλί που το ακολουθούσε ένα σύννεφο από σαπουνόφουσκες, σε μια κοπέλα από το Νεπάλ, η οποία είχε μια φοβία με τις πτήσεις.
Το ωραιότερο τέλος σε ένα παραμύθι;
Αυτό που υπόσχεται μια καινούρια αρχή. Ακόμη όμως και το πιο ωραίο τέλος έχει κάτι το απογοητευτικό, επειδή οι ήρωες ζουν ευτυχισμένοι εγκαταλείποντας στα κρύα του λουτρού τον αναγνώστη.