Έβαλε μια ζακέτα και κατεβήκαμε στον κήπο. Ήταν απογοητευμένη. Ο γιατρός δεν έδινε άδεια για να βγει το Σαββατοκυρίακο.
-Δεν αντέχω ρε Ρωξάνη. Θέλω να ζήσω κι άλλο. Όλοι με έχουν ξεγραμμένη το ξέρεις;
Δεν μιλούσα. Ήξερα ότι ήθελε μόνο να την ακούσω. Κι είχε να πει πολλά. Για τους φίλους που άρχισαν σιγά σιγά να θεωρούν δεδομένο ότι αυτή είναι μια άρρωστη και δεν έχει και πολλά να κάνει με τη ζωντάνια της δικής τους εικοσάχρονης ζωής. Για την μάνα της που την λυπάται που πρέπει να κάνει αυτόν τον δρόμο κάθε μέρα για να είναι δίπλα της. Για τον πατέρα της που φαίνεται πιο ώριμος επιτέλους στα μάτια της. Για τα όνειρα που τολμά ακόμα να κάνει, για τη σχολή που θέλει οπωσδήποτε να τελειώσει, για τα μαλλιά της που ανυπομονεί να μεγαλώσουν.
Για μισή ώρα την άκουγα. Κι ένιωθα σιγά σιγά να χαλαρώνει. Να ξεχνιέται.
-Και να σου πω και το καλύτερο; Είπαν στη μάνα μου ότι είμαι κρίμα επειδή αν καταφέρω να ζήσω δεν θα βρίσκω άντρα επειδή είχα καρκίνο. Άστο διάολο.
Σηκωθήκαμε και περπατήσαμε πίσω στον θάλαμο γελώντας.