Στο τεύχος 862 του Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας δημοσιεύτηκε η παρακάτω συνέντευξη της Souha Bechara. Η συνέντευξη δόθηκε στον Γιάννη Τριανταφύλλου.
Στα 20 της έζησε για μια δεκαετία την κόλαση του “λιβανέζικου Γκουαντάναμο”, του στρατοπέδου Κιάμ, γιατί με μια σφαίρα έδειξε πόσο ανεπιθύμητος ήταν ο ισραηλινός στρατός κατοχής στην χώρα της. Σήμερα, στα 40 της, σύμβολο αγώνα απέναντι σε κάθε δυνάστη, θυμάται τα χρόνια της απομόνωσης και μας θυμίζει γιατί η αντίσταση είναι μια πράξη αξιοπρέπειας.
Η Λιβανέζα Σούχα Μπεσάρα έχει μια γλυκιά, απαλή φωνή. Σχεδόν αισθησιακή. Αλλά όποιος φαντάζεται ότι πρόκειται για μια ακόμη εκπρόσωπο του οριενταλιστικού γυναικείου μοντέλου “εξωτική ηδονή για χίλιες και μια νύχτες” είναι βαθιά…νυχτωμένος. Η ιστορία της είναι μια ιστορία αντίστασης, επιβίωσης και θέλησης, που ξεπερνά τη φαντασία οποιουδήποτε επαγγελματία σεναριογράφου, αλλά και το κουράγιο των περισσότερων αντρών της υφηλίου…
Το 1988, στην ηλικία των 20 χρόνων, η Σούχα αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον στρατηγό Αντουάν Λαχάντ, αρχηγό των στρατιωτικών δυνάμεων του νότιου Λιβάνου, την περίοδο της κατοχής του από τους Ισραηλινούς. Η απόπειρα απέτυχε, ο Λαχάντ επέζησε. Ωστόσο, το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: οι Ισραηλινοί ήταν ανεπιθύμητοι, αλλά και ευάλωτοι σε μια ξένη χώρα.
Μετά τη σύλληψή της, η Σούχα βασανίστηκε επί εβδομάδες πριν καταλήξει στο Κιάμ, το “Γκουαντάναμο του Λιβάνου”, για τη λειτουργία του οποίου είχαν επανειλημμένα διαμαρτυρηθεί οι ανθρωπιστικές οργανώσεις. Εκεί πέρασε 10 χρόνια, χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη. Έξι από αυτά σε απόλυτη απομόνωση, σε ένα κελί 2Χ6, με ένα γεύμα την ημέρα και 10 λεπτά στη διάθεσή της για να το καταναλώσει. Ύστερα από μια μεγάλη λιβανέζικη, ευρωπαϊκή, αλλά και ισραηλινή εκστρατεία, αφέθηκε ελεύθερη το 1998. Σήμερα η Σούχα ζει στη Γενεύη της Ελβετίας, έπειτα από 4 χρόνια σπουδών στο Παρίσι. Είναι 40 ετών, παντρεμένη, με παιδιά. Όμως, δεν σταματά να επισκέπτεται όποτε μπορεί τον Λίβανο και με τη δράση που αναπτύσσει ποικιλοτρόπως συνεχίζει να δίνει το παράδειγμα σε όλες τις γυναίκες (και τους άντρες) του κόσμου να αγωνίζονται για όσα πιστεύουν.
-Πώς πήρατε την απόφαση να ενταχθείτε στην αντίσταση σε τόσο μικρή ηλικία, στα 15 σας χρόνια;
Η απόφαση να πάρω τα όπλα ξεκίνησε από την άρνηση να γίνω κι εγώ ένας Παλαιστίνιος πρόσφυγας που περιφέρεται στα τέσσερα σημεία του πλανήτη και να περιμένω πότε κάποιος από την οικογένειά μου θα σφαγιαστεί για να κινητοποιηθώ.
-Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Λαχάντ συλλαμβάνεστε και οδηγείστε στην φυλακή του Κιάμ. Τι θυμάστε από τον εγκλεισμό σας εκεί;
Το Κιάμ δεν ήταν φυλακή, ήταν στρατόπεδο. Στην φυλακή οδηγείσαι αφού δικαστείς και βρεθείς ένοχος. Στην περίπτωση των κρατουμένων στο Κιάμ δεν είχε προηγηθεί κάποια δίκη… Το Ισραήλ στόχευε στη σωματική, αλλά κυρίως στην ηθική εξόντωση των κρατουμένων. Οι συνθήκες ήταν δύσκολες και τα μαρτύρια καθημερινά, αλλά η απόφαση να σταθείς όρθιος απέναντι στον εχθρό υπερέβαινε τα πάντα.
-Πώς διαχειριζόσασταν στην καθημερινότητά σας τις σκληρές συνθήκες του εγκλεισμού σας;
Προσπαθούσα να απασχολώ τον εαυτό μου με διάφορα πράγματα. Κάποτε, από ένα καρφί έφτιαξα βελόνες με τις οποίες ράβαμε, μπαλώναμε τα ρούχα μας, κατασκευάζαμε τις σερβιέτες μας. Άλλη φορά, από ένα σαπούνι έφτιαξα ένα ζάρι με το οποίο παίζαμε. Μια φορά έφτιαξα ένα επιτραπέζιο παιχνίδι που το ονόμασα “παιχνίδι της ειρήνης”. Το ταμπλό ήταν όπως αυτό στο φιδάκι και υπήρχαν σύνθετοι κανόνες στρατηγικής. Έπρεπε να περάσεις από φίδια και στρατιώτες για να νικήσεις. Για μένα όλη αυτή η δημιουργία σήμαινε μόνο ένα πράγμα: ελευθερία έκφρασης, τη στιγμή που όλοι γύρω μου μου ζητούσαν να σωπάσω και να ξεχάσω ποια είμαι.
-Για έξι χρόνια ζήσατε στην απόλυτη απομόνωση. Εκεί η δυνατότητα αντίδρασης δεν ήταν περιορισμένη;
Όταν με έριξαν στην απομόνωση, έκανα ασκήσεις για να μην καταρρεύσω. Περπατούσα 4-5 χιλιόμετρα την ημέρα. Έκανα δύο βήματα, τόσα μου επέτρεπε ο χώρος του κελιού μου, περιστρεφόμουν γύρω από τον εαυτό μου, ξανά πάλι δύο βήματα, μετά πάλι περιστροφή, δύο βήματα, κ.ο.κ. Όταν μου έδεσαν καρπούς και αστραγάλους, δίπλωνα στη μέση το κορμί μου και έκανα κοιλιακούς – και, παρά το ότι δεν είχα ιδιαίτερο ταλέντο και το αντικείμενο δεν με γοήτευε ιδιαίτερα, άρχισα να γράφω ποιήματα. Στο μυαλό μου, εννοείται, αφού χαρτί δεν υπήρχε… Τα μάθαινα απέξω και τα επαναλάμβανα, με στίχους στους οποίους έβαζα ό,τι υπήρχε μέσα μου. Πολιτική, τις συνθήκες της ζωής μας στη φυλακή, τις ιστορίες φιλίας με κάποιες κρατούμενες, την αγάπη για τους γονείς μου, κ.ά. Συνολικά, “έγραψα” πάνω από πενήντα ποιήματα: όλα τους είναι για πάντα χαραγμένα στη μνήμη μου.
-Τι σας έλειψε περισσότερο στα 10 χρόνια φυλάκισής σας;
Οι γονείς μου, η αδελφή μου, τα αδέλφια μου, οι φίλοι μου, οι συμμαθητές μου, η θάλασσα, η Βηρυτός… Ακόμη, πλήθος πραγμάτων τα οποία συνειδητοποίησα ότι μου είχαν λείψει μετά την απελευθέρωσή μου. Όσο ήμουν κρατούμενη μου έλειπαν κυρίως τα νέα για την αντίσταση.
-Η περιπέτεια σας, εκτός από το βιβλίο “Resistance” (“Αντίσταση”, εκδ. Ηλέκτρα), αποτυπώθηκε και σε φιλμ…
Ναι. Το ντοκιμαντέρ “Επιζώντας στην κόλαση” γυρίστηκε από τη Ράντα Σαχάλ το 2001. Ήταν πολύ σημαντικό για μένα, γιατί μιλάμε για τη γυναίκα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τη γυναίκα που αντιστέκεται.
-Γιατί πρέπει να αντιστεκόμαστε;
Επειδή η ζωή είναι όμορφη, οπότε κι εμείς οφείλουμε να στεκόμαστε στο ύψος της ομορφιάς της. Αλλά τις περισσότερες φορές, το να διατηρηθεί αυτή η ομορφιά κοστίζει. Πρέπει λοιπόν να είμαστε πρόθυμοι να πληρώσουμε το κόστος. Διαφορετικά, αν παραμείνουμε απαθείς απέναντι σε όσα συμβαίνουν, την ευτελίζουμε…
-Πώς περνάτε τώρα τον χρόνο σας;
Η ζωή μου είναι μοιρασμένη ανάμεσα στην οικογένεια και την πολιτική εκστρατεία για την προστασία του παλαιστινιακού λαού. Διατηρώ πολύ στενές σχέσεις με την πατρίδα μου.
-Συνεχίζετε να αγωνίζεστε για κάτι;
Για μια ζωή καλύτερη, με αξιοπρέπεια και δικαιοσύνη. Η καταδίκη της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων αποτελεί θεμελιώδες ζήτημα για μένα, όπως και η προώθηση του σεβασμού τους. Ζώντας στην Ελβετία, το να “αντιστέκομαι” σημαίνει να είμαι η φωνή όλων των Λιβανέζων που επιζούν και υπόκεινται αυτήν την ισραηλινή επιθετικότητα, να ευαισθητοποιώ τους ανθρώπους σε επίπεδο πολιτικό και κοινωνικό, να έρχομαι σε επαφή με διεθνείς ανθρωπιστικές οργανώσεις ώστε να τους δώσω μια σαφή εικόνα της κατάστασης και να καταφέρω να φέρω εις πέρας μια ανθρωπιστική καμπάνια, ώστε οι Λιβανέζοι, οι οποίοι έχουν τη διπλή υπηκοότητα και είναι θύματα αυτής της επιθετικότητας, να μπορέσουν να καταθέσουν καταγγελίες στις χώρες όπου ζουν.
-Έχετε απωθήσει την εμπειρία της φυλάκισής σας;
Η εμπειρία αυτή είναι κομμάτι από το παρελθόν μου, μέρος της μνήμης μου. Όσα έζησα εκεί μου επιτρέπουν να μεταφέρω μια μαρτυρία-καταγγελία της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων, κυρίως σε ό,τι αφορά την προσπάθεια ηθικής και φυσικής εξόντωσης των κρατουμένων. Πρόκειται δε για μια εμπειρία που ξεπερνά τα σύνορα μιας χώρας, αφού, δυστυχώς, τέτοιου είδους πρακτικές συναντάμε σε πολλές χώρες. Άλλωστε, το 2000, μετά την αποχώρηση των ισραηλινών δυνάμεων κατοχής από τον Λίβανο, πήγα ξανά στο Κιάμ. Όταν βρέθηκα και πάλι μπροστά στο κελί μου, η πρώτη σκέψη που έκανα ήταν ότι δεν είχα ξαναδεί ποτέ μου πιο μικρό χώρο. Κι όμως, σ’αυτόν τον χώρο είχα περάσει το 1/3 από τις μέχρι τότε μέρες μου, το 1/3 από τις νύχτες μου. Είχα ζήσει εκεί, μέσα σ’αυτούς τους ασφυκτικούς τοίχους, επί δέκα ολόκληρα χρόνια…