George Carlin (1937-2008)

23 06 2008

I think it’s the duty of the comedian to find out where the line is drawn and cross it deliberately.

I think people should be allowed to do anything they want. We haven’t tried that for a while. Maybe this time it’ll work.

Religion has actually conviced people that there’s an invisible man. Living in the sky. Who watches everything you do every minute of every day of your life. And he has a list of ten things he does not want you to do. And if you do any, any, of these ten things, he has a special place full of fire and smoke and ash and torture where he will send you to suffer and burn and scream and cry forever and ever until the end of time. … But he loves you.

So I say live and let live. That’s my motto. Live and let live. Anyone who can’t go along with that, take him outside and shoot the motherfucker. It’s a simple philosophy but it’s always worked in our family.

Have you noticed that most of the women who are against abortion are women you wouldn’t want to fuck in the first place, man? There’s such balance in nature.





Αστέρω

12 06 2008

Μεσημέρι, ο ήλιος έκαιγε κι ας είναι Μάρτης. Οδηγούσα στο γνωστό ανηφορικό δρόμο, εκείνον που καταλήγει στα φώτα, που δεξιά πας προς την τράπεζα και τον φούρνο και αριστερά πας στα προσφυγικά και τα πλουσιόσπιτα. Επικίνδυνος δρόμος, να ξέρεις. Πολύ στενός και τα σπίτια είναι χτισμένα μέσα στο δρόμο. Και καμιά φορά οι μαλάκες τρέχουν πολύ σ’εκείνο το δρόμο και νομίζεις πως έρχονται καταπάνω σου.

Δεν θυμάμαι τι σκεφτόμουνα. Είχα μόλις κλείσει το τηλέφωνο με τη μάνα μου. Ούτε που άκουσα τι μου έλεγε. Το κάνει συχνά αυτό. Με παίρνει τηλέφωνο λες και θέλει να βεβαιωθεί ότι υπάρχω. Είδα ένα γέρο να ανεβαίνει το δρόμο. Κρατούσε μπαστούνι και φορούσε παντελόνι χακί, μπλε σακάκι και καρό καφέ πουκάμισο. Τι το ‘θελε το σακάκι μες στη ζέστη;

Σταμάτησα αμέσως. Πλησίασε αργά αργά και τον ρώτησα αν θέλει να τον πάω κάπου. «Εδώ πιο πάνω πάω», μου λέει, «δεν είναι ανάγκη». «Δεν πειράζει, κάνει ζέστη. Ελάτε μέσα». Άνοιξε την πόρτα, έβαλε το μπαστούνι πρώτα μέσα. Ήταν ένα περίεργο μπαστούνι, καφέ σκούρο απ’ τη μέση και πάνω και μαύρο απ’ τη μέση και κάτω. Τορνευτό μόνο στο πάνω μέρος. Λες και είχε σπάσει και του είχε προσθέσει το κάτω μέρος. Πόσο να κάνει ένα μπαστούνι; Δεν είχε λαβή. Ήταν σπασμένη και φαινόταν το άσπρο ξύλο από μέσα. Όση ώρα παρατηρούσα το μπαστούνι ο γέρος είχε βάλει το ένα πόδι στο αυτοκίνητο και έκατσε στην άκρη της πολυθρόνας. Τραβούσε με τα χέρια του το άλλο πόδι για να το βάλει μέσα. Δεν μπορούσε. Τον έβλεπα που αγκομαχούσε. «Να σε βοηθήσω», του λέω, κι έβγαλα αμέσως τη ζώνη για να κατέβω να του βάλω το πόδι στο αυτοκίνητο. «Όχι, μπορώ, η μαλακισμένη φταίει», μου λέει. Το είπε με ένα επιτακτικό ύφος, σαν διαταγή. Δεν κουνήθηκα. Έμεινα να τον βλέπω να τραβάει με το χέρι το πόδι του. Όταν τα κατάφερε, δεν έφτανε το χέρι της πόρτας. Δεν μπορούσε να την κλείσει. Τον έσπρωξα λίγο έτσι όπως καθόταν και την άγγιξε. Την τράβηξε απότομα, έκλεισε και έγειρε με ανακούφιση πίσω.

Έβαλα πρώτη, κατέβασα το χειρόφρενο και ξεκίνησα. Η ανηφόρα ήταν μπροστά μας. «Δεξιά ή αριστερά», τον ρώτησα. «Αριστερά να πας», μου λέει. Το φανάρι ήταν κόκκινο. Γύρισα προς το μέρος του. Δεν ήταν από τις κλασικές φιγούρες γέρων που σου προκαλούν μια συμπάθεια. Ήταν μάλλον σαν τους ζητιάνους της Νέας Υόρκης. Βρώμαγε ιδρώτα και κάτουρο, ήταν αξύριστος, με ένα σώμα καχεκτικό, που τα ρούχα το έκαναν να φαίνεται ακόμα πιο άσχημο. Το χακί παντελόνι ήταν δύο νούμερα μεγαλύτερο και εκείνο το πουκάμισο το καφέ καρό ήταν χειμωνιάτικο, παχύ ύφασμα γεμάτο λεκέδες. Το μπλε σακάκι φαινόταν τεράστιο πάνω του. Σαν δανεικό. Τι το ‘θελε μέσα στη ζέστη; Τα παπούτσια του ήταν φαγωμένα μπροστά, γεμάτα χώμα και το ένα είχε διαφορετικό κορδόνι απ’ το άλλο. Το πρόσωπό του ήταν μια οστεώδης επιφάνεια, με σάρκινους δρόμους να το διασχίζουν. Κι αυτοι οι σάρκινοι δρόμοι γίνονταν φαράγγια στο μέτωπο και απλώνονταν στο λαιμό του και προχωρούσαν, έφταναν μέχρι τα χέρια του. Οι παλάμες του ήταν σχεδόν μαύρες, γεμάτες σημάδια από παλιές πληγές και τα δάχτυλά του εντελώς παράταιρα με το υπόλοιπο θέαμα. Λεπτά και μακρυά, γυναικεία σχεδόν, σαν απ’ αυτά τα δάχτυλα που θέλεις να σε χαϊδεύουν για ώρες.

Τότε ήταν που είδα την κίτρινη πλαστική σακούλα που κράταγε σφιχτά πάνω του. Φαινόταν μέσα να έχει ένα μπουκάλι σπρέι ή κάτι παρόμοιο, με το χαρακτηριστικό «τοξικό» πάνω. «Για ψώνια βγήκατε;», του λέω. «Για ποντικοφάρμακο», μου λέει. «Έχετε πρόβλημα με ποντίκια;» «Όχι, άλλοι με βλέπουν σαν ποντίκι κι έχουν πρόβλημα μαζί μου», μου απάντησε. Το είπε με ένα τόνο ικανοποίησης κι ένα νωθρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα ξερά χείλια του.

«Ε τι έχει να γίνει! Θα της μείνει αξέχαστη η αυριανή μέρα. Κι αυτουνού κι αυτουνού. Θα φύγει από τη δουλειά βρίζοντάς με, καταριώντας την ώρα και τη στιγμή που πέθανε η μάνα του και που δεν πέθανα εγώ κι αυτή θα στριγγλίζει στο τηλέφωνο. Η στρίγγλα. Στην αρχή σκέφτηκα να πάρω το κυνηγετικό και να τα τινάξω, να της τα κάνω όλα ένα χάλι, να γεμίσει το δωμάτιο με τα μυαλά μου και με το αίμα μου. Χα!!! Θα αναγκάζονταν να μετακομίσουν από το σπίτι τους τα καημένα. Δεν το αποφάσισα γιατί δεν ήθελα να κάνω φασαρία και να τρομάξει η καημένη η Αστέρω. Δεξιά στο επόμενο. Μετά σκέφτηκα να κόψω τις φλέβες μου. Πάλι θα της τα έκανα όλα χάλια. Σκέφτηκα μάλιστα να τις κόψω και να τριγυρνώ μέσα στο σπίτι μέχρι να ψοφήσω και να χυθεί το αίμα μου παντού, να νιώσει την φρίκη που νιώθω εγώ κάθε πρωί που βλέπω τα μούτρα της. Θα πόναγα όμως. Και μπορεί και να με προλαβαίνανε. Όχι, όχι, δεν είναι ώρα για πειράματα. Απόψε θα το πιώ αυτό και ως αύριο το πρωί θα έχει βρωμίσει το κουφάρι μου. Στρίψε αριστερά και αμέσως δεξιά.

Όταν προσέξει ότι δεν βγήκα από το δωμάτιο θα έρθει. Εκείνος θα έχει φύγει για τη δουλειά και η Αστέρω θα είναι έξω. Θα αρχίσει να βαράει την πόρτα, θα φωνάζει «τελείωνε να πιεις τα χάπια σου» και θα φύγει. Θα ‘ρθει μετά από 10 λεπτά και θα ανοίξει την πόρτα νευριασμένη, έτοιμη να μου βάλει τις φωνές αναψοκοκκινισμένη από τον θυμό που δεν υπάκουσα τις διαταγές της αυτού μεγαλειότητος, θα με δει στο κρεβάτι και θα σαστίσει. Τα σεντόνια θα τα έχω σκορπίσει στον χώρο, θα έχω ανοίξει τα μαξιλάρια, τα έπιπλα θα είναι μερικώς αναποδογυρισμένα και τα ρούχα που μου είχε στη ντουλάπα, αυτά που φώναζε πως δεν φορούσα ποτέ και γυρνούσα σαν ζητιάνος, θα τα έχω σκίσει όλα και θα τα έχω σκορπίσει κι αυτά παντού. Τράβα ευθεία και στο τρίτο στρίψε αριστερά. Θα έρθει από πάνω μου και θα φωνάζει «τι έκανες ρε βρωμόγερο;», θα με σπρώχνει και δεν θα σέβεται καν το…νεκρό! Χαχαχα! Η πουτάνα. Αυτή με σακάτεψε. Με έσπρωξε μια μέρα απ’ τη σκάλα γιατί της κατούρησα στο χαλί. Επίτηδες το ‘κανα για να την τρελάνω. Τη στέρφα. Δεν μπορεί να πιάσει παιδί ο διάολος. Σκατά μάνα θα γινότανε. Κατάλαβες τι γίνεται; Επειδή δεν μπορεί αυτή να πιάσει παιδί θέλει όλα να είναι σε τάξη, όλο το σπίτι να βρωμάει χλωρίνες και κεριά από χαμομήλι.

Θα δω τι θα κάνει όταν θα πρέπει να μετακινήσει το γαμημένο πολύτιμο άσπρο καναπέ της, αυτόν που δεν με άφηνε να κάθομαι, για να μου βάλει το φέρετρο! Και θα αναγκαστούν να μου κάνουν μεγαλόπρεπη κηδεία. Αλλιώς τι θα πει ο κόσμος; Τόσα λεφτά έχουν. Θα μου αγοράσουν σίγουρα φέρετρο… πολυτελείας, να φωνάζει από μακρυά «δέστε, του πήραμε έβεννο του κωλόγερου», ακριβά λουλούδια και σίγουρα πλουσιοπάροχα εδέσματα για τους πενθούντες! Μην τολμήσει καμιά γειτόνισσα να πει πως δεν τίμησε τον πατέρα του ο άχρηστος, αυτόν τον λαμπρό ευεργέτη της κοινότητός μας, κοτζάμ συνταγματάρχη, που κρίμα που έχασε τη γυναίκα του τόσο άδικα. Κάπου εκεί θα αρχίσουν την κουβέντα για το ότι μου ‘στριψε όταν έφυγε η Ευθαλία. Και ούτε που θα τους περάσει από το νου πως πάω να τη βρω… Φτάσαμε, σταμάτα εδώ».

Άνοιξε την πόρτα. «Κατέβα να με βοηθήσεις». Υπάκουσα σαν υπνωτισμένη. Όση ώρα μιλούσε ένιωθα την καρδιά μου να καίγεται, να την τυλίγουν φλόγες από λέξεις και εικόνες ενός αγνώστου που μου είχε γίνει τόσο πρωτόγνωρα οικείος, σαν αυτούς τους ήρωες στο θέατρο που νιώθεις με απόλυτη βεβαιότητα ότι παίζουν στην παράσταση μόνο για σένα. Έσκυψα μπροστά του, σήκωσα τα πόδια του απαλά, φοβόμουν να μην πονέσει, τα ακούμπησα στο πεζοδρόμιο, έσκυψα προς το μέρος του και τύλιξε τα χέρια του γύρω από τους ώμους μου. Έβαλα το ένα μου χέρι στο κεφάλι του, σαν να κρατούσα ένα μωρό και το άλλο γύρω από την πλάτη του. Ένιωσα σαν ψάρι που με δέος πιάνεται στο αγκίστρι, ευχόμενο να τελειώσει η μάταιη περιπλάνησή του εκεί. Στάθηκε και μείναμε αγκαλιασμένοι. «Δεν είναι ανάγκη να το κάνετε», ψέλλισα. «Το ξέρω ότι δεν είναι ανάγκη. Είναι επιθυμία». Μου απάντησε με αδιαμφισβήτητη σιγουριά που ένιωσα να με πείθει. Έσφιξε το χέρι μου στα χέρια του και με κοίταξε στα μάτια. Στα πράσινα του μάτια έλαμπε θαρρώ το σκοτάδι.

Προχώρησε. Άνοιξε την καγκελόπορτα κι αμέσως μια γκρίζα γάτα πήδηξε πάνω του. «Αστέρω μου…» της είπε, γύρισε σε εμένα και μου έγνεψε να φύγω.

Τι το ‘θελε μέσα στη ζέστη το σακάκι;